Ι-Τρία ιστορικά ρεύματα διαμόρφωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων
Σε όλες τις κοινωνίες της ιστορίας κάποια μορφή βοήθειας δινόταν στα πιο αδύναμα μέλη τους, με τη μορφή φιλανθρωπίας. Σε καμία όμως περίπτωση η βοήθεια αυτή δεν είχε τον χαρακτήρα δικαιώματος. Στην κλασική Ελλάδα έχουμε παραδείγματα κρατικά χορηγούμενων βοηθημάτων, τα οποία όμως αποτελούσαν, ουσιαστικά, παρακολούθημα των πολιτικών δικαιωμάτων και δεν μπορούν να θεωρηθούν κοινωνικά, με τη σύγχρονη έννοια . Τα κοινωνικά δικαιώματα, ως νομικές αξιώσεις που μπορεί να προβληθούν έναντι του κράτους, αποτελούν novum της σύγχρονης εποχής, όπως διαμορφώθηκαν από τρία μεγάλα ιστορικά ρεύματα: το φιλελεύθερο (Α), το επαναστατικό (Β) και το κρατιστικό (Γ).
Α- Οι φιλελεύθερες καταβολές: Οι νόμοι των φτωχών
Η γενεαλογία των κοινωνικών δικαιωμάτων ανάγεται στην Αγγλία του Ερρίκου του 8ου (“Κυανοπώγωνα”). Ο τελευταίος, στο πλαίσιο της ρήξης του με τον Πάπα Κλήμη Ε’ και της επιγενόμενης κατάσχεσής της περιουσίας των μοναστηριών, εξέδωσε τον περίφημο «Νόμο των φτωχών» (Poor Relief Act, περισσότερο γνωστό ως “old poor law” -1601-), με τον οποίο αποσκοπούσε να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε από τον δραστικό περιορισμό της φιλανθρωπικής δραστηριότητας της Εκκλησίας.
Ο νόμος αυτός για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία θεσμοποίησε την υποχρέωση φιλανθρωπίας ως κρατική λειτουργία και μάλιστα καθιέρωσε σχετική οιονεί αγώγιμη αξίωση . Όμως, διαπνεόταν έντονα από την πουριτανική ηθική, κατά την οποία το άτομο έχει πρωταρχική και βαρύνουσα υποχρέωση να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένεια του. μόνον σε περίπτωση αδυναμίας του μπορεί να επέμβει η κοινωνία, και τότε η τύχη του είναι αυτή ενός αποτυχημένου που εξαρτάται, χωρίς δικαιώματα, από τη θέληση του ευεργέτη του.
Για την εφαρμογή του νόμου αυτού καθιερώθηκε ειδικός φόρος και οι φτωχοί χωρίσθηκαν σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με το είδος της αδυναμίας τους και την ικανότητα προς εργασίας του καθενός. Με ευθύνη των τοπικών κοινοτήτων άλλοι από αυτούς έπαιρναν μία στοιχειώδη οικονομική βοήθεια, ενώ άλλοι ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται, σε καταπιεστικές και εξευτελιστικές συνθήκες, σε ειδικά δημόσια “εργαστήρια” (workshops).
Αργότερα, ο αντίκτυπος της γαλλικής επανάστασης και ο φόβος επέκτασής της και από την άλλη μεριά της Μάγχης, ευνόησε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μιαν αναθεώρηση του συστήματος προς πιο ανθρωπιστικές κατευθύνσεις. Το λεγόμενο σύστημα του Speenhamland (1795) θεωρητικά καθιέρωνε ένα είδος κοινωνικού μισθού, με τη μορφή επιδόματος από το δημόσιο ταμείο προς όλους τους εργαζομένους των οποίων τα εισοδήματα ήταν κατώτερα του ορίου επιβίωσης.
Αυτή η προβιομηχανική προσπάθεια εκτόνωσης της κοινωνικής έντασης καταργήθηκε πρακτικά από τον «Νέο Νόμο των Φτωχών» (Poor Law Amendment Act, 1834). Ο νόμος αυτός, που θεσπίσθηκε την πρώτη περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης και σε συνθήκες πλήρους εδραίωσής του καπιταλιστικού συστήματος, είχε ως αντικειμενικό σκοπό να θέσει στην διάθεση της αγοράς εργασίας όλη την διαθέσιμη εργατική δύναμη. Να μην ξεχνάμε ότι η πρώιμη εκβιομηχάνιση είχε οδηγήσει σε ξεκλήρισμα του αγροτικού πληθυσμού και μεγάλες μετακινήσεις ανέργων χωρικών προς τις πόλεις. Όπως έγραφε λίγο αργότερα ο νεαρός Μαρξ, ήταν μία εποχή όπου τα πρόβατα της αγγλικής υφαντουργίας τρέφονταν με τις σάρκες των αγροτών της χώρας...
Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, η παροχή της κοινωνικής βοήθειας συνεπαγόταν την αυτόματη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, γιατί η κοινωνική εξάρτηση θεωρούνταν ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του πολίτη. Ο δικαιούχος φτωχός έπρεπε να επιστρέψει στον τόπο γέννησής του για να εισπράξει το βοήθημα, αποχωριζόταν αναγκαστικά την οικογένεια του και έπρεπε να φορά συνεχώς ειδική στολή .
Είναι προφανές ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν ο όσο το δυνατόν βαρύτερος στιγματισμός όσων αναζητούσαν την κρατική προστασία, ούτως ώστε όλοι, εκτός από τους χειρότερους “losers”, να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τον κυρίαρχο στην εποχή αυτή ωφελιμισμό του Bentham, μόνον η ανεμπόδιστη λειτουργία της αγοράς μπορούσε να βοηθήσει τους φτωχούς και ο μόνος τρόπος συνδρομής του κράτους θα έπρεπε να είναι να ενθαρρύνει τους τελευταίους να δουλέψουν. Κατά συνέπεια, η προβλεπόμενη χρηματική βοήθεια όφειλε να είναι πάντοτε χαμηλότερη από τον ελάχιστο μισθό, ούτως ώστε να μην καθίσταται αντικίνητρο για εργασία, ακόμη και εάν δεν κάλυπτε τις ανάγκες επιβίωσης.
Παρ’όλο που ορισμένα φωτισμένα μυαλά, όπως ο Disraeli, άσκησαν έντονη κριτική στον νέο νόμο, ακριβώς επειδή καθιέρωνε την βοήθεια σαν καταναγκαστική φιλανθρωπία και όχι σαν δικαίωμα, είναι φανερό ότι η ίδια η έννοια του κοινωνικού δικαιώματος ήταν δομικά αντίθετη προς τις φιλελεύθερες ιδέες της εποχής. Ο Burke έγραφε χαρακτηριστικά ότι “κάθε φορά που κάποιος δεν μπορεί να διεκδικήσει κάτι σύμφωνα με τους νόμους του εμπορίου και τις αρχές της δικαιοσύνης, τότε μοιραία περνά στο βασίλειο της ελεημοσύνης” .
Β- Η επαναστατική απάντηση: Τα κοινωνικά δικαιώματα ως δικαιώματα του πολίτη
Ένα φαινομενικό ιστορικό παράδοξο είναι ότι η πιο ανεπτυγμένη οικονομικά και βιομηχανικά χώρα της εποχής, η Αγγλία, υπήρξε ουραγός και όχι πρωτοπόρος του κράτους πρόνοιας. Η εξήγηση έγκειται στην απόλυτη επικράτηση εκεί της πολιτικής αρχής «laisser faire», πράγμα που επέβαλε σχεδόν παντελή έλλειψη κρατικής παρέμβασης στις λειτουργίες της αγοράς. Η Γαλλία και η Πρωσία απετέλεσαν αντιθέτως τους πρωταγωνιστές της νέας θεώρησης περί κοινωνικών δικαιωμάτων, για πολλούς διαφορετικούς και για έναν κοινό λόγο: ποτέ δεν υπήρξαν χώρες με εδραία θεμελίωση άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού.
Σε αντίθεση με τη γηραιά Αλβιόνα, η μεν Πρωσία χαρακτηριζόταν ανέκαθεν από πατερναλιστικές πρακτικές λιγότερο ή περισσότερο «φωτισμένων» απολυταρχιών, απαγορευτικών για τον πολιτικό φιλελευθερισμό και ελάχιστα γόνιμων για τον οικονομικό. Η δε Γαλλία ήταν, σε όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα, η χώρα των κοινωνικών επαναστάσεων, όπου το πρότυπο της κυριαρχίας της αγοράς βρισκόταν πάντοτε σε συνεχή αμφισβήτηση.
Οι χώρες αυτές θα προσφέρουν δύο εναλλακτικά θεσμικά παραδείγματα για την θέσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Στη μεν Γαλλία, οι ριζοσπαστικότεροι εκπρόσωποι του εξεγερμένου λαού θα προσπαθήσουν -ανεπιτυχώς- να επιβάλλουν την άποψή τους ως την προώθηση και την ολοκλήρωση των ελευθεριών που κατοχύρωσε η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, ως νομικά δεσμευτικούς δηλαδή κανόνες δικαίου, εφάμιλλους αυτών των “κλασικών” δικαιωμάτων. Αντιθέτως, στην Πρωσία, η μοναρχία θα παρέχει προνοιακές παροχές στους υπηκόους της, μέσω όμως του ασφαλιστικού δεσμού και σε πλαίσια συνθηκών πολιτικής κηδεμονίας και όχι συνταγματικού δικαιώματος, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτόν την εξαγορά της νομιμοφροσύνης τους.
Ήδη στη γαλλική Επανάσταση του 1789, υπό την επήρεια των πιο ριζοσπαστικών και πληβειακών στρωμάτων της, συναντάμε τις πρώτες αναφορές στα κοινωνικά δικαιώματα ως δικαιώματα του πολίτη, Η απαίτηση για αλληλεγγύη και αδελφοσύνη που ήταν ένα από τα συνθήματα του τριπτύχου της γαλλικής Επανάστασης (Liberté, Egalité, Fraternité) επέβαλε από την αρχή την ιδεολογική αναγνώριση της αναγκαιότητας μέτρων κοινωνικής πρόνοιας. Μία επιτροπή της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης μάλιστα, φαίνεται να εξισώνει τα κοινωνικά με τα άλλα “κλασικά” δικαιώματα. Στα πρακτικά της δηλώνεται ότι “πάντοτε σκεφτόμασταν να δώσουμε ελεημοσύνη στους φτωχούς και ποτέ να αναγνωρίσουμε τα δικαιώματα των φτωχών απέναντι στην κοινωνία. (...) Αυτό είναι το μεγάλο καθήκον του γαλλικού Συντάγματος, εφ’όσον κανένας άλλος μέχρι τώρα δεν αναγνώρισε τα Δικαιώματα του Ανθρώπου” .
Στο πλαίσιο της Convention ψηφίσθηκε το 1794 ο νόμος Barrière, ο οποίος για πρώτη φορά προέβλεπε την θέσπιση εργατικών συντάξεων , ενώ ο Mirabeau διακήρυσσε ότι "désormais les pauvres et leurs maux appartiendront à l΄Etat" . Επίσης το Σύνταγμα της Convention υιοθέτησε στην Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του (24/6/1793 ) ορισμένες ιδιαίτερα προωθημένες θέσεις, όπως π.χ. η φραστική αναγνώριση στο άρθρο 21 του δικαιώματος στην εργασία και στην κοινωνική πρόνοια και στο άρθρο 22 του δικαιώματος στην εκπαίδευση .
Οι αντιλήψεις αυτές όμως δεν επεβίωσαν της ήττας των Ιακωβίνων και των ριζοσπαστικότερων στρωμάτων της Επανάστασης. Υπήρξαν, άλλωστε, κοινωνικά πρώιμες, εφόσον δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί στην Γαλλία εργατική τάξη με κοινωνική συνείδηση, ικανή να επιβάλει τις διεκδικήσεις της στον τομέα αυτό. Για το λόγο τούτο, η πρακτική της φιλανθρωπίας εξακολουθούσε να κυριαρχεί σε όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα, αν και ήδη από την δεκαετία του 1840 αρχίζει να διαμορφώνεται ένα μέτωπο πίεσης από τα συνδικάτα και τις σοσιαλιστικές οργανώσεις με επιδίωξη την παρέμβαση του κράτους στην κοινωνική πολιτική, σε βάση διαφορετική από την φιλανθρωπία.
Αποκορύφωμα της πίεσης αυτής ήταν η μεγάλη κοινωνική επανάσταση του 1848, η λεγόμενη «Άνοιξη των Λαών». Οι βασικές διεκδικήσεις των εργατών και των αντιπροσώπων τους σε αυτή περιστράφηκαν γύρω από την κατοχύρωση του θεμελιώδους κοινωνικού δικαιώματος στην εργασία . Όπως διακήρυσσε στην Εθνοσυνέλευση αμέσως μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1848 ο ριζοσπάστης βουλευτής Marrast, “Τα δικαιώματα που έχετε κατοχυρώσει μέχρι σήμερα είναι αστικά δικαιώματα. (Ήρθε η ώρα να κατοχυρωθεί και) το δικαίωμα στην εργασία, που είναι το δικαίωμα των εργατών” . Σε αντίθεση δηλαδή με τις ηθικές διακηρύξεις του 1789 και 1793, η Επανάσταση του 1848 ξαναβρήκε το νήμα της σκέψης του Ροβεσπιέρου, απαιτώντας δικαιώματα με νομική φύση όμοια με τις κλασικές ελευθερίες. Οι συντηρητικοί, αντιθέτως, χωρίς θεωρητικά να αρνούνται την αναγκαιότητά τους (ο λαός ήταν ακόμη στους δρόμους...), τα θεωρούσαν ως απλή υπενθύμιση ενός ηθικού καθήκοντος.
Η ήττα της Επανάστασης και η πλήρης επικράτηση της αστικής τάξης ματαίωσε την προσπάθεια πλήρους κατοχύρωσης των κοινωνικών αυτών δικαιωμάτων. Μολονότι χρησιμοποιούνται οι όροι “δικαίωμα” και “υποχρέωση” στο προοίμιο, στο σώμα του Συντάγματος απουσιάζουν. Άλλωστε, τόσο το δικαίωμα στην εργασία (άρθρο 13) όσο και δικαίωμα στην εκπαίδευση, δεν απογαλακτίζονται από τις αντιλήψεις περί φιλανθρωπίας και αλληλοβοήθειας. Πρόκειται για την τελική επικράτηση των απόψεων του Θιέρσου (Thiers), για τον οποίο ήταν “σημαντικό η ηθική αυτή υποχρέωση (βοήθειας) να παραμείνει μία ηθική αρετή, δηλαδή να είναι εθελοντική και αυθόρμητη. (...) Διαφορετικά, από αρετή θα μετατρεπόταν σε μία καταστροφική δέσμευση. Πράγματι, εάν μία ολόκληρη τάξη αντί να δέχεται μπορούσε να απαιτεί, θα έμοιαζε με τον ζητιάνο που ζητιανεύει κρατώντας στο χέρι ένα όπλο” . Κατά συνέπεια, κάθε κρατική επέμβαση στο εξής θα υπακούει στην αρχή της επικουρικότητας, η παροχή της δηλαδή θα εξαρτάται από την έλλειψη οικογενειακής ή άλλης ιδιωτικής βοήθειας.
Πάντως, η επανάσταση του 1848 αποτύπωσε για πρώτη φορά με ταξική ενάργεια και νομική καθαρότητα την αντιπαράθεση των κοινωνικών δικαιωμάτων προς την φιλανθρωπία, την αρχή της κρατικής ευθύνης προς την αρχή της επικουρικότητας. Η επιρροή της απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη και αντανακλάται σε πολλά προοδευτικά Συντάγματα, όπως αυτό της Δανίας του 1849. Παρ’όλα αυτά, η εξέλιξη του κράτους πρόνοιας στη Γαλλία και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ακολουθήσει τον δρόμο της κοινωνικής ασφάλισης και του κρατικού πατερναλισμού, τα χνάρια δηλαδή του άλλου μείζονος προτύπου, της πρωσικής αυταρχίας.
Έτσι, ο Ναπολέων και η δεύτερη αυτοκρατορία ευνόησαν αφ’ενός την φιλανθρωπία, αφ’ετέρου την ανάπτυξη οργανώσεων αλληλοβοήθειας (mutuelles). Ενώ η αυτοκράτειρα ίδρυε την περίφημη Société de Charité Maternelle, οι οργανώσεις αλληλοβοήθειας σε τρία μόνον χρόνια πολλαπλασιάστηκαν από 3.100 σε 4000 . Στη συνέχεια, η Τρίτη Δημοκρατία, με την ενεργό υποστήριξη των σοσιαλιστών, θα οικοδομήσει το κράτος πρόνοιας πάνω στην Βισμαρκιανή αρχή της ασφάλισης. Με τους νόμους της 24/7/1889 για την προστασία των εγκαταλειμμένων παιδιών, της 15/7/1893 για την παροχή ιατρικής φροντίδας και της 14/7/1905 για την κοινωνική πρόνοια προς τους αναπήρους και τους ηλικιωμένους, εφαρμόσθηκε ένα διπλό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας προς τους αδυνάτους και εθελοντικής ασφάλισης για τους εργαζόμενους. Οι σοσιαλιστές ευνοούσαν πάντοτε την ασφάλιση, ως λιγότερο ταπεινωτική για τον αποδέκτη της. Είναι χαρακτηριστική η πρόβλεψη του J. Jaurès ότι “κάποτε η γενική και συστηματική ασφάλιση θα αντικαταστήσει την κοινωνική πρόνοια”.
Είναι ενδιαφέρον το πώς το επαναστατικό ρεύμα του 1848 και η θεώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων ως δικαιωμάτων του πολίτη μεταφυτεύτηκαν από τη Γαλλία στις σκανδιναβικές χώρες και συντέλεσαν στην διαμόρφωση του σκανδιναβικού προτύπου κοινωνικού κράτους. Μολονότι το συγκεκριμένο αυτό θεσμικό πρότυπο έλαβε την τελική του διαμόρφωση κατά τον 20ο αιώνα, η επιρροή του επαναστατικού ρεύματος της γαλλικής παράδοσης ήταν από την αρχή παρούσα στη θεμελίωσή του. Στην επανάσταση του 1848, π.χ., συμμετείχαν και πολλοί πρωταγωνιστές του πρώτου Συντάγματος της Δανίας, οι κοινωνικές διατάξεις του οποίου ευθέως απηχούν τις διεκδικήσεις της «άνοιξης των λαών» .
Excursus: Η ελληνική περίπτωση
Οι πρώιμες ελληνικές αναφορές στα κοινωνικά δικαιώματα απηχούν σαφώς τις αντίστοιχες ιδέες της γαλλικής Επανάστασης . Η πρώτη διάταξη κοινωνικού περιεχομένου της νεοελληνικής ιστορίας είναι αυτή του Σχεδίου Συντάγματος του Pήγα Φεραίου, της «Nέας Πολιτικής Διοικήσεως των κατοίκων της Pούμελης, της M. Aσίας, των Mεσογείων Nήσων και της Bλαχομπογδανίας, υπέρ των νόμων, ελευθερίας, ισότητος, αδελφότητος και της πατρίδος» γνωστού και ως “Πολίτευμα του Pήγα”.
Η χαρακτηριστικότερη διάταξη του Σχεδίου, σχετικά με τα κοινωνικά δικαιώματα, ήταν αυτή του άρθρου 21, κατά την οποία: "αι δημόσιαι συνδρομαί και ανταμοιβαί είναι ιερόν χρέος της πατρίδος. Το κοινόν χρεωστεί μιαν βοήθειαν εις τους δυστυχείς εγκατοίκους, τόσον εις το να τους προμηθεύση να έχουν τι να εργάζωνται, όσον και να δώση τρόπον ζωής εις εκείνους, όπου δεν ημπορούν να δουλεύουν. Ήγουν ένας γεωργός μην έχοντας βόδια κάθεται αργός, η πατρίς έχει χρέος να τον δώση και να τον προσμένη ώστε να τα πληρώση. Ενας εσακατεύθη εις τον πόλεμον, αυτή πρέπει να τον ανταμείψη και να τον τρέφη, όσον ζη" .
Η επιρροή των ριζοσπαστικότερων στοιχείων της γαλλικής επανάστασης είναι προφανής, ακόμη και στην ορολογία, που επαναλαμβάνει την αντίληψη για το “ιερό χρέος” της κοινωνίας να συνδράμει τα πιο αδύναμα μέλή της. Ο απόηχος των απόψεων αυτών φτάνει και στα Συντάγματα της Επανάστασης. Τα τελευταία, εκτός από την αναγνώριση των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, ενσωμάτωναν και μία σειρά από θετικές υποχρεώσεις του κράτους και την πρόβλεψη για δίκαιη και αναλογική φορολογία . Έτσι, στο Προσωρινό Πολίτευμα της Eπιδαύρου (1η Iανουαρίου του 1822) η πρώτη Eθνική Συνέλευση διακήρυσσε ότι «H Διοίκησις χρεωστεί παντοιοτρόπως να περιθάλψη τας χήρας και ορφανά των φονευθέντων εις τον υπέρ Πατρίδος πόλεμον» και “να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».
Μολονότι δεν επρόκειτο για την αναγνώριση ενός δικαιώματος ισότιμου με τα ατομικά,
η διάταξη αυτή δεν ήταν απλώς μία πολιτική εξαγγελία, προορισμένη να ξεχασθεί ή να μην εφαρμοσθεί. Επιβλήθηκε υπό την πίεση των στρατιωτικών και των λαϊκότερων στρωμάτων της Επανάστασης, πράγμα που εξηγεί και το διαχρονικό της χαρακτήρα: επαναλαμβάνεται στο Σύνταγμα του Aστρους (Mάρτιος του 1823), το οποίο στο άρθρο 86 επαναλαμβάνει τη δέσμευση με μία ισχυρότερη διατύπωση: «H Διοίκησις να φροντίση άνευ αναβολής εις το να ευρεθή σταθερός τρόπος ζωής δια τα χήρας και τα ορφανά των εις τας μάχας πεσόντων στρατιωτών, πάσαν κατά τούτο κατάχρησιν προλαμβάνουσα» . Αντίστοιχες ήταν και οι διατάξεις των άρθρων 147 και 148 του Συντάγματος της Τροιζήνας (1827).
Πάντως, η βραχυπρόθεσμη και στενά συνδεδεμένη με τη συγκυρία της στρατιωτικής προσπάθειας κοινωνική οπτική των επαναστατικών συνταγμάτων υστερεί σε σχέση με τις ανάλογες διατάξεις του Προσωρινού Πολιτεύματος του Ρήγα, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, περιείχε σαφείς προβλέψεις για την κατοχύρωση του δικαιώματος εργασίας και ενός δικαιώματος στη δημόσια συνδρομή όλων, ακόμη και σε καιρό ειρήνης. Το γεγονός αυτό αντανακλά την αδυναμία και την πολιτική υστέρηση των πληβειακών στρωμάτων της επανάστασης, τα οποία σε καμιά στιγμή δεν μπόρεσαν να αμφισβητήσουν την πολιτική ηγεμονία των αντιπάλων τους.
Η αναπόφευκτη τελική ήττα των στρωμάτων αυτών ενταφίασε οποιεσδήποτε προοπτικές για διεύρυνση της αναγνώρισης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, παρά μία αναφορά κοινωνικού περιεχομένου στο Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832, κατά την οποία "όλοι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα ν' αποκτώσι μέρος των υλικών και ηθικών αγαθών" , τα επόμενα Συντάγματα της χώρας αγνοούν παντελώς τα κοινωνικά δικαιώματα. Το Σύνταγμα του 1844, περιλάμβανε μόνον ορισμένες περιοριστικές δημοσιονομικές ρυθμίσεις για συνταξιοδοτικά θέματα, ιδίως κληρικών και δημοσίων υπαλλήλων , οι οποίες θα επαναλαμβάνονται, με παραλλαγές, σε όλα τα μελλοντικά συνταγματικά κείμενα.
Το Ε’ Ψήφισμα, πάντως, της επαναστατικής Εθνοσυνέλευσής του 1843 παρέπεμπε στις προαναφερθείσες διατάξεις των Συνταγμάτων του ΄Αστρους και της Επιδαύρου αναγνωρίζοντας «πρώτιστον χρέος» να «ευρεθή σταθερός πόρος ζωής εις τας χήρας και τα ορφανά των υπέρ Πατρίδος πεσόντων στρατιωτών». Όρισε, επίσης, να μην απαιτείται αποδεικτικό πενίας για τη λήψη οποιασδήποτε σχετικής αποζημίωσης ή βοηθήματος. Από το Σύνταγμα του 1864 απουσιάζουν οποιεσδήποτε κοινωνικές διατάξεις. Περιέχονται απλώς στο άρθρο 102, μία γενική πρόβλεψη για μέτρα πρόνοιας υπέρ των αγωνιστών της επανάστασης.
Γ- Η πατερναλιστική σύνθεση: Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση του Βίσμαρκ
Την αποτελεσματικότερη για το πολιτικοκοινωνικό σύστημα λύση, πάντως, έδωσε η μέθοδος της ασφάλισης, όπως κατοχυρώθηκε ιδεοτυπικά στο κρατιστικό πρότυπο της βισμαρκιανής νομοθεσίας. Η πρώιμη εισαγωγή της κοινωνικής νομοθεσίας στην Πρωσία εξηγείται από το γεγονός ότι το καθεστώς της χώρας αυτής, αντιμέτωπο με ένα ισχυρό εργατικό κίνημα, είχε μεγαλύτερη ανάγκη από ενίσχυση των αισθημάτων νομιμοφροσύνης της εργατικής τάξης. Επιπλέον, διέθετε ήδη μία καλά οργανωμένη διοικητική γραφειοκρατία που μπορούσε να διαχειρισθεί εθνικά προγράμματα κοινωνικής πολιτικής.
Οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις (1183, 1884, 1889) του Βίσμαρκ χαρακτηρίζονται από την απονομή, υπό την εγγύηση του κράτους, άνισων παροχών βασισμένων σε διαφορετικές ασφαλιστικές εισφορές ανά επαγγελματική κατηγορία. Με αυτή την ρύθμιση, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν έρχονται σε σύγκρουση με την κυρίαρχη λογική της αγοράς και της προστασίας της ιδιοκτησίας, εφ’όσον βασίζονται στην ίδια θεμελιώδη αρχή της ανταλλαγής: ασφαλιστικά οφέλη αντί της προηγούμενης είσπραξης των σχετικών εισφορών . Επίσης, δεν προϋποθέτουν μείζονες παρεμβάσεις στην οικονομία, εφ’όσον λειτουργούν σαν απλός διορθωτικός μηχανισμός των δυσλειτουργιών της αγοράς.
Σε αντίθεση με τις σοσιαλιστικές διεκδικήσεις, που θεωρούσαν τα κοινωνικά δικαιώματα ως τρόπους αποκατάστασης αδικιών σύμφυτων με το καπιταλιστικό σύστημα, η αρχή της ασφάλισης απλώς ήλθε να αποζημιώσει στατιστικά αναπόφευκτους και άρα νομιμοποιημένους και αποδεκτούς κινδύνους της παραγωγικής διαδικασίας. Η κατηγοριοποίηση εξάλλου των ασφαλιστικών παροχών (διαφορετικά δικαιώματα ανάλογα με το κοινωνικό “status” και την επαγγελματική επίδοση), απετέλεσε ουσιώδες χαρακτηριστικό του Βισμαρκιανού προτύπου και σημαντικό σημείο διαφοράς σε σχέση με την καθολικότητα των “άλλων”, παραδοσιακών δικαιωμάτων.
Άρα, τα δικαιώματα που βασίζονται στον ασφαλιστικό δεσμό δεν αποκτούν τον ίδιο νομικό χαρακτήρα με τα απόλυτα και “φυσικά’ ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες της πρώτης γενιάς. Δεν είναι περίεργο που το γερμανικό Σύνταγμα του 1871, εν μέσω γενικής προώθησης κοινωνικών ρυθμίσεων σε νομοθετικό επίπεδο, δεν περιέχει ούτε μία εγγυητική αναφορά σε αυτές. Ο κρατικός αυτός πατερναλισμός συνοδεύθηκε εξαρχής με αυταρχικά μέτρα, αποκορύφωμα των οποίων υπήρξαν οι περίφημοι νόμοι κατά των σοσιαλιστών (Sozialistengesetze, 1878-1890). Πάντως, παρ’όλη την αρχική δυσπιστία τους, οι σοσιαλιστές της εποχής δεν απέρριψαν την ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Ο August Bebel μάλιστα, συνιδρυτής με τον W. Liebknecht του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (Sozialdemokratische Arbeiter Partei) την υποστήριξε μάλιστα θερμά και στο κοινοβούλιο .
Παρ’όλη την έλλειψη συνταγματικής κατοχύρωσης όμως, το ασφαλιστικό δικαίωμα διαφοροποιείται σαφώς από τις θεωρήσεις φιλανθρωπίας των «νόμων των φτωχών». Ο Κάϊζερ Γουλιέλμος Α', απηχώντας βεβαίως λιγότερο τις δικές του θέσεις και περισσότερο αυτές του σιδηρού καγκελαρίου του, υπογράμμιζε στο περίφημο διάγγελμα της 17ης 1881 προς το Reichstag με ενάργεια τον ρόλο ενσωμάτωσης που επιφυλασσόταν στη νέα αυτή γενιά δικαιωμάτων: "Δεν είναι απλώς μία υποχρέωσις του ανθρωπισμού και του Χριστιανισμού, από την οποίαν πρέπει να διέπωνται οι κρατικοί θεσμοί, αλλ' είναι συγχρόνως και καθήκον της πολιτικής προς διατήρησιν του κράτους, ήτις δέον να έχη ως σκοπόν, όπως και εις τας απόρους τάξεις του πληθυσμού, αίτινες συγχρόνως είναι και αι περισσότερον πολυάριθμοι και ελάχιστα μορφωμέναι, καλλιεργήση την αντίληψιν, ότι το κράτος δεν είναι απλώς μία αναγκαία οργάνωσις, αλλά και μία ευεργετική τοιαύτη. Προς τούτο πρέπει δια καταφανών αμέσων ωφελημάτων, τα οποία δέον να παρασχεθούν δια νομοθετικών μέτρων εις αυτάς, ώστε να αντιληφθούν ότι το κράτος δεν εφευρέθη προς προστασίαν των ευημερουσών τάξεων της κοινωνίας, αλλά και δια την εξυπηρέτησιν των αναγκών των και των συμφερόντων των. (...) Η θεραπεία των κοινωνικών κακών δεν γίνεται αποκλειστικώς δια της καταστολής των σοσιαλδημοκρατικών παρεκτροπών, αλλά συγχρόνως και δια της προόδου της ευημερίας των εργαζομένων" .
ΙΙ- Η διαμόρφωση των σημερινών συστημάτων κοινωνικής προστασίας υπό το φως της γενεαλογίας τους
Α- Η ιστορική διαλεκτική σχέση των κοινωνικών με τα άλλα θεμελιώδη δικαιώματα
Συχνά, η ολοκλήρωση της προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών περιγράφεται σαν μία γραμμική πορεία διαδοχικής κατάκτησης και “σώρευσης” τριών γενεών ή επιπέδων δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την κλασική ανάλυση του T.H. Marshall , του βασικού μελετητή των κοινωνικών δικαιωμάτων στον αγγλοσαξονικό κόσμο, στους τελευταίους τρεις αιώνες καταγράφεται μία εξελικτική πορεία κατά την οποία, τον μεν 180 αιώνα κατοχυρώθηκαν τα ατομικά δικαιώματα, κατά τον 19ο τα πολιτικά και στον 20ο τα κοινωνικά.
Αντίστοιχα ο Habermas διακρίνει τέσσερα "κύματα" (thrusts) νομικής οργάνωσής του σύγχρονου κράτους. Το πρώτο θεμελίωσε το αστικό απολυταρχικό κράτος, μέσω του διαχωρισμού πολιτικής και οικονομίας, της εγγύησης την ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της ασφάλειας δικαίου. Τα άλλα τρία συγκροτούν αντίθετες, αντίρροπες τάσεις στην απόλυτη διαφοροποίηση πολιτικής και οικονομίας/κοινωνίας, μέσω της νομικής, δημοκρατικής και κοινωνικής (επανα)σύνταξης τους: το πρώτο από αυτά αφορά την κατοχύρωση της αρχής της νομιμότητας της διοίκησης και το δεύτερο την πλήρη κατοχύρωση πολιτικών δικαιωμάτων. Το τρίτο, η θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων επιχειρεί την "σύνταξη" του οικονομικού συστήματος, όπως ακριβώς τα δύο άλλα ολοκλήρωσαν τη "σύνταξη" του πολιτικού .
Παρά τη σχετική ιστορική της αλήθεια , η θεώρηση αυτή παραμένει στην επιφάνεια των πραγμάτων και παραγνωρίζει το γεγονός ότι μέχρι το τέλος του περασμένου αιώνα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στερείτο όχι μόνον των κοινωνικών και των πολιτικών, αλλά και βασικών ατομικών δικαιωμάτων. Τούτο δεν είναι αληθινό μόνον για τις γυναίκες και για τους έγχρωμους , αλλά σε μεγάλο βαθμό για το σύνολο της εργατικής τάξης .
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της προσωπικής ελευθερίας, στην ειδικότερη έκφραση της ελευθερίας μετακίνησης: Στη Γαλλία, παραδοσιακή χώρα των ελευθεριών, με τους νόμους της 22ης Germinal του έτους Χ και 7ης Frimaire του έτους ΧΙΙ, καθιερώθηκε το διαβόητο εργατικό βιβλιάριο (livret ouvrier). Επρόκειτο για ένα προσωπικό έγγραφο που κάθε εργάτης ήταν υποχρεωμένος να παραδίδει προς φύλαξη στον εργοδότη του, γρήγορα όμως μετεξελίχθηκε σε ένα είδος εσωτερικού διαβατηρίου και ήδη κατά την Δεύτερη Αυτοκρατορία χρησίμευε σαν ταυτότητα. Δεδομένου ότι χωρίς αυτό ήταν αδύνατο να πιάσει κανείς δουλειά, οι εργαζόμενοι βρίσκονταν στο πλήρες έλεος του αφεντικού τους, αφού για κάθε μετακίνησή τους χρειαζόταν ρητή άδεια από αυτόν. Δικαίως έγραφε ο Burdeau ότι σε αυτό το νομικό πλαίσιο οι “εργάτες αντιμετωπίζονταν ως αλήτες” .
Οι ίδιες διακρίσεις σε βάρος της εργατικής τάξης ίσχυαν σε πολλούς άλλους τομείς δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως π.χ. της ελευθερίας του συνεταιρισμού. Ενώ, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις ήταν εκτός νόμου, δεν ίσχυε το ίδιο για τις εργοδοτικές. Έτσι, στη Γαλλία, η πρώτη τέτοια ένωση (η Association pour le travail national) ιδρύθηκε το 1846 . Και, φυσικά, τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα για όσους συμμετείχαν στα προγράμματα κοινωνικής βοήθειας.
Από την άλλη μεριά, ήδη από τον 18ο αιώνα η διεκδίκηση ουσιαστικής και όχι ονομαστικής ισότητας, που αποτελεί το βασικό αίτημα των κοινωνικών δικαιωμάτων, ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την διεκδίκηση της πολιτικής ισότητας και του δικαιώματος ψήφου. Το δικαίωμα στην εκπαίδευση είναι αυτό που κυρίως προβάλλεται ως προϋπόθεση και συμπλήρωμα του πλήρους πολιτικού δικαιώματος. Είναι χαρακτηριστική μία αποστροφή του Κοντορσέ σε αγόρευση του στη Συντακτική Συνέλευση του 1792: «Η εκπαίδευση πρέπει να εξασφαλίσει στον καθένα την ευχέρεια να αναπτύξει σε ολόκληρη την έκταση τους όσα ταλέντα του χάρισε η φύση, και συνεπώς να εδραιώσει την έμπρακτη ισότητα των πολιτών και να δώσει πραγματική υπόσταση στην ισότητα που αναγνωρίζει ο νόμος .»
Στην πραγματικότητα, επομένως, η πλήρης αναγνώριση πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων για όλες τις κατηγορίες του πληθυσμού, συμπίπτει, κατ’ αρχήν, με την παραχώρηση κοινωνικών δικαιωμάτων και την έλευση του κράτους πρόνοιας. Το τελευταίο δεν σηματοδοτεί μία απλή πρόσθεση επιπέδων νομικής προστασίας (τα κοινωνικά δικαιώματα ως επιστέγασμα του οικοδομήματος των άλλων δύο κατηγοριών), αλλά μία ποιοτική μεταβολή που συνεπάγεται τη γενίκευση όλων των ελευθεριών, στο βαθμό που η εργατική τάξη έπαψε να είναι μία classe dangereuse.
Με άλλα λόγια, το κράτος πρόνοιας, δίνοντας βιώσιμη λύση στο «κοινωνικό ζήτημα» του 19ο αιώνα (πολιτική ενσωμάτωση της εργατικής τάξης χωρίς ανατροπή του συστήματος της αγοράς) ήρε τον βασικό φόβο των συντηρητικών του αιώνα, ότι δηλαδή η γενίκευση του εκλογικού δικαιώματος θα οδηγούσε στο σοσιαλισμό . Όπως εύστοχα παρατηρείται , με την καθιέρωση κοινωνικών δικαιωμάτων που αποδέχονταν τη λογική της αγοράς, ουσιαστικά αποφεύχθηκε η βίαιη, επαναστατική ανατροπή του πολιτικοκοινωνικού καθεστώτος.
Επομένως, η αναγνώριση των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτέλεσε αναγκαίο όρο για την επέκταση και των υπολοίπων “κλασικών” ελευθεριών στο σύνολο του κοινωνικού σώματος, εφ’όσον οδήγησε στην υπέρβαση του μονοταξικού κράτους και στην επανένωση σε νομικό (αν και, φυσικά, όχι σε πραγματικό) επίπεδο την διχοτομημένη κοινωνία του 19ου αιώνα. Η διάκριση μεταξύ εχόντων και μη εχόντων ιδιοκτησία προφανώς παραμένει κοινωνιολογικά η βασική αντίθεση της αστικής κοινωνίας, δεν έχει όμως πλέον ως νομική συνέπεια τον πλήρη πολιτικό αποκλεισμό των δεύτερων .
Β-Οι «τρεις κόσμοι» του σύγχρονου κράτους πρόνοιας
Παρά τις σημαντικές θεσμικές διαφορές, η οικοδόμηση του κράτους πρόνοιας, δηλαδή η ανάληψη από την δημόσια εξουσία λειτουργιών που να εγγυώνται την ελάχιστη επιβίωση του πληθυσμού σε συνθήκες ρύθμισής της οικονομίας της αγοράς, επιβλήθηκε ως νομοτελειακή αναγκαιότητα των νέων κοινωνικών σχέσεων που προέκυψαν από την πλήρη επικράτηση της βιομηχανικής επανάστασης και του κεφαλαιοκρατικού συστήματος: η επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δημιούργησε για πρώτη φορά σε μαζικό επίπεδο μία ολόκληρη τάξη που δεν είχε τίποτε άλλο να πουλήσει εκτός από την εργατική της δύναμη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον βίαιο χαρακτήρα της πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης, την υπερεκμετάλλευση παιδιών, γυναικών και την εγγενή αδυναμία της αγοράς να εγγυηθεί την απασχόληση, έκανε απτό τον κίνδυνο της μελλοντικής βιολογικής καταστροφής της εργατικής τάξης . Ο κίνδυνος μάλιστα γινόταν ακόμη μεγαλύτερος από την εξα¬σθένηση των προκαπιταλιστικών μορφών αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, όπως το πρωτογενές δίκτυο προστασίας της μείζονος (πα¬τριαρ¬χικής) οικογένειας.
Έτσι γεννήθηκε το λεγόμενο κοινωνικό ή εργατικό ζήτημα, το οποίο οδήγησε σταδιακά στην θέσπιση του κράτους πρόνοιας. Δεν είναι περίεργο ότι οι πρώτοι κοινωνικοί νόμοι, μακρινοί προάγγελοι του μελλοντικού προνοιακού συστήματος, αποσκοπού¬σαν στην προστασία του πιο ευάλωτου τμήματος της εργατικής τάξης, των παιδιών. Νόμοι που περιόριζαν την παιδική εργασία θεσπίσθηκαν στην Αγγλία το 1802, στην Πρωσία το 1839 και στην Γαλλία το 1841, πολύ πριν δηλαδή το εργατικό κίνημα μπορέσει να κάνει αισθητή την παρουσία του στην πολιτική σκηνή .
Για το λόγο αυτό, σε όλα τα σύγχρονα βιομηχανικά κράτη το φιλελεύθερο κράτος-χωροφύλακας εξελίχθηκε πολιτειολογικά σε κράτος πρόνοιας . Βεβαίως, μολονότι η εμφάνιση του υπήρξε λειτουργική αναγκαιότητα του συστήματος, η συγκεκριμένη μορφή που πήρε καθορίσθηκε από τους συσχετισμούς κοινωνικών δυνάμεων, τις συμμαχίες και την δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος από χώρα σε χώρα. Σημαντικό ρόλο στη συγκεκριμένη, εθνική οικοδόμηση του κράτους πρόνοιας έπαιξαν, επίσης, και οι κρατούσες πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις και οι ιστορικές καταβολές, όπως σκιαγραφήθηκαν παραπάνω. Για όλους αυτούς τυ λόγους αναδείχθηκαν διαφορετικά πρότυπα, “τύποι” κράτους πρόνοιας, όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια.
Σε όλα αυτά, πάντως, διαπιστώνονται τρία κύματα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων: Όπως φαίνεται στον σχετικό πίνακα, το πρώτο (1870-1910) καθιέρωσε την ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και ασθένειας το δεύτερο (1900-1920) τις συντάξεις γήρατος και το τρίτο, λίγο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την ασφάλιση κατά της ανεργίας. Η χρονική σειρά αυτή καθοριζόταν από το κατά πόσο τα νομοθετικά μέτρα έρχονταν σε σύγκρουση με τις βασικές θέσεις του κυρίαρχου ακόμη φιλελευθερισμού . Έτσι, η ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων προηγήθηκε, λόγω της συνάφειας της με την γνωστή στο αστικό δίκαιο ευθύνη του εργοδότη για αποζημίωση λόγω πταίσματος ή αμέλειας. Όπως δεν ήταν πλέον δυνατόν, στα πλαίσια των νέων, περίπλοκων παραγωγικών διαδικασιών να εντοπισθεί το πταίσμα ενός συγκεκριμένου ατόμου για τη μεγάλη πληθώρα των βιομηχανικών ατυχημάτων φαινόταν λογικό η ευθύνη αποζημίωσης να μεταφερθεί, μέσω του ασφαλιστικού δεσμού, στο κράτος .
Πίνακας
Ασφάλιση ατυχημάτων Ασφάλιση
ασθένειας Συνταξιοδοτική ασφάλιση (γήρατος) Ασφάλιση Ανεργίας
Γερμανία 1881-1884 1883 1889 1927
Αυστρία 1887 1888 1906-1927 1920
Γαλλία 1898 (εθλ) 1930 1910-1930 1914
Βέλγιο 1903 (εθλ) 1894 (εθλ) 1900 (εθλ) 1944
Ιταλία 1898 1886 (εθλ ) 1898 (εθλ) 1919
Ισπανία ΣΜΔ 1942 1939 ΣΜΔ
Πορτογαλία ΣΜΔ 1935 1935 ΣΜΔ
Ελλάδα 1915 1934 1934 1945
Δανία 1898 (εθλ) 1892 (εθλ) 1891(εθλ) 1907 (εθλ)
Νορβηγία 1894 1909 1936 1906 (εθλ)
Σουηδία 1901 (εθλ) 1891-1910 (εθλ) 1913 1934 (εθλ)
Φινλανδία 1895-1917 1963 1937 1917 (εθλ)
Μ. Βρετανία 1906 (εθλ) 1911 1908-1925 1911-1920
Ιρλανδία 1897 (εθλ) 1911 1908 1944
ΗΠΑ 1930 - 1935 1940
Καναδάς 1930 1971 1927 1940
Αυστραλία 1902 1945 1909 1945
Πηγές: Flora και Heidenheimer, ό.π. σ. 59, Ch. Pierson, Beyond the Welfare State, Polity Press, Cambridge, 1991, σ. 108.
Παρατηρήσεις: α) εθλ= εθελοντική ασφάλιση. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις πρόκειται για υποχρεωτική. β) ΣΜΔ. Στοιχείο μη διαθέσιμο.
Αντίθετα, η χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας καθιερώθηκε τελευταία, γιατί η βοήθεια προς τους "ανάξιους φτωχούς” (undeserving poor, κατά την ορολογία των «νόμων των φτωχών»), όσους δηλαδή βρίσκονται εκτός παραγωγικής διαδικασίας, συνεπαγόταν την σημαντικότερη σύγκρουση με τη φιλελεύθερη ιδεολογία της αγοραίας ανταλλαγής ισοδυνάμων του αστικού φιλελευθερισμού.
Παρ’όλη την ύπαρξη των κοινών αυτών τάσεων, οι διαφορετικές ιστορικές και θεσμικές παραδόσεις που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες κάθε χώρας, οδήγησαν σε διαφορετικές παραλλαγές, διαφορετικά πρότυπα («μοντέλα»), τα οποία προσδιορίζουν με τη σειρά τους το είδος και την έκταση της συνταγματικής και διοικητικής προστασίας που απολαμβάνει στο εσωτερικό τους η κοινωνική πολιτική.
Τα τρία αυτά διακριτά πρότυπα κράτους πρόνοιας, όπως καταγράφονται στην γενικής, πλέον, αποδοχής ταξινόμηση του G. Esping-Andersen, είναι το "φιλελεύθερο-αγγλοσαξονικό" το "κρατικο-συντεχνιακό-κεντροευρωπαϊκό" (ή "ηπειρωτικό") και το "σοσιαλδημοκρατικό-σκανδιναβικό" . Το πρώτο αντιμετωπίζει την απόλυτη ανάγκη, συμπληρωματικά στην αγορά, το δεύτερο λειτουργεί αποζημιωτικά, βασισμένο στον ασφαλιστικό δεσμό, το τελευταίο χαρακτηρίζεται από καθολικότητα κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Είναι προφανές ότι οι ιστορικές καταβολές τους έχουν προικίσει τα θεσμικά αυτά παραδείγματα με εντελώς διαφορετικά αξιακά, ιδεολογικά και θεσμικά φορτία Το αγγλοσαξονικό έχει ως πρόδρομο του τους “νόμους των φτωχών”, το ηπειρωτικό το Βισμαρκιανό πρότυπο, ενώ το σοσιαλδημοκρατικό απηχεί τις διεκδικήσεις που επεδίωκαν να προσδώσουν στα κοινωνικά δικαιώματα το χαρακτήρα αυθεντικών θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Μία τελευταία παρατήρηση: Όπως προαναφέρθηκε, το κράτος πρόνοιας είναι ο καθολικός κράτος-τύπος τύπος οργάνωσης όλων των σύγχρονων βιομηχανικών χωρών, και στα τρία θεσμικά πρότυπα. «Κοινωνικά κράτη» είναι όμως μόνον εκείνα τα κράτη πρόνοιας όπου η κοινωνική πολιτική έχει συνταγματική κατοχύρωση. που συμπυκνώνει θεσμικά και πολιτειολογικά την ανάληψη από το κράτος συνταγματικών υποχρεώσεων για την εξασφάλιση των βασικών αναγκών των μελών της κοινωνίας και προσδιορίζει, επομένως, ένα υποσύνολο μόνον των κρατών προνοίας .
Από την άποψη αυτή, υφίσταται, μία διακριτή τομή που οροθετεί από τη μία μεριά τόσο τα ηπειρωτικά όσο και τα σκανδιναβικά «κοινωνικά κράτη», και από την άλλη μεριά τις χώρες του αγγλοσαξονικού-φιλελεύθερου προτύπου. Στο τελευταίο, η ιδεολογική πρωτοκαθεδρία της αγοράς και η υποταγή της κοινωνικής πολιτικής στις οικονομικές προτεραιότητες είναι απαγορευτικές για την συνταγματική κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν αποκλειστικά νομοθετική προέλευση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Achinger (H.), Sozialpolitik und Gesellschaftpolitik, Hamburg, 1958
Aristote, Traité de Politique XIV
Bloch (C.), L’assistance et l’Etat en France à la veille de la Révolution, A.Picard , Paris, 1908
Bloch (C.), Tuetet (A.), La comité de mendicité et la Constituante, Imprimerie Nationale, Paris, 1911
Boyer (G.R.), An economic history of the English Poor Law, Cambridge, 1990
Burdeau (G.), Le libéralisme, Seuil, Paris, 1979
Βöckenförde (Ε.W.), “L. v. Stein als Τheoretiker der Βewegung von Staat und Gesellschaft zum Sozialstaat”, dans FS für Ο Βrunner, 1967
Búrca de (G) Et Bruno de Witte (dir) Social rights in Europe Gráinne, New York : Oxford University Press, 2005
Burke (E.) , Thoughts and Details in Scarcity, Works, VII
Clever (P.), Schulte (B.) (Ed.), Bürger Europas, Bonn 1995
Dahrendorf (R.), “The erosion of citizenship and its consequences for us all”,New Statesman, 12 June 1987
De Swann (A.), In care of the State, Polity, Cambridge, 1988
Donjelot (P.), “ The promotion of the social” , Economy and Society, 17, 1988.
Eide (A), Catarina Krause, and Allan Rosas Economic, social, and cultural rights : a textbook,
Imprint Dordrecht ; Boston : M. Nijoff Publishers ; Norwell, MA, U.S.A. : Sold and distributed in North, Central, and South America by Kluwer Law International, 2001
Esping-Andersen (G.), The three worlds of Welfare Capitalism, Polity, Cambridge, 1990
Ewald (F.), L’Etat-Providence, Grasset, Paris, 1986
Flora (P.), Heidenheimer (A.) (Ed.), The development of Welfare States in Europe and America, Transaction Books, N.Brunswick , London, 1982
Habermas (J.), “Law as medium and law as institution”, in Teubner (G.) (Ed.) Dilemmas of Law in the Welfare State, de Gruyter (W.), Berlin, N. York, 1985
Habermas (J.), Theorie des kommunikativen Handels, Suhrkamp, Frankfurt, 1981
Hayek (F.A.), The Constitution of Liberty, Chicago Press, Chicago, 1960
Hentschel (V.), Geshicte der deutschen Sozialpolitik (1880-1990): Soziale Sicherung und kollektives Arbeitsrecht, Shurkamp, Frankfurt a.M., 1983
Holmes (R.), Elliot (M.) (Ed), Τhe British Constitution, 1688-1988, Mcmillan, London, 1988
Johnson (N.), The Welfare State in transition. The theory and practice of Welfare Pluralism, Harvester Wheatsheaf, N. York, London, 1987
Jones (C.) (Ed.) New Perspectives on the welfare state in Europe, Routledge, London and N. York 1993
Kitromilidis (P.), Enlightenment, Nationalism, Orthodoxy, Studies in the culture and political thought of South-Eastern Europe, Variorum Reprints, 1994
Lautman (S.), Pouvoirs et buts des organisations patronales, CNRS/DGRST, Paris, 1986.
Lavigne (P.), Le travail dans les Constitutions Françaises, Paris, 1946
Lefèbvre (G.), La Révolution Française, Fondation Culturelle de la Banque Nationale, Athènes, 2001
Lister (R.), The Exclusive Society, Citizenship and the Poor, CPAG, 1990
Lorenz von Stein, Die Geschichte der sozialen Βewegung in Frankreich von 1789 bis auf unsere Τage2, 1855, hg. von G. Salomon, 1921
Marshall (T.H.), Citizenship and social class, Cambridge University Press, Cambridge, 1952
Marshall (T.H.), Class, Citizenship and Social Development, Doubleday, N. York, 1964
Matcher (F.) (Ed.) Die Durchsetzung wirtschaftlicher und sozialer Grundrechte, Kehl am Rhein, Strasburg, Arligton, Engel, 1991
Mayhew (H.) London Labour and London Poor, 1861, Frak Cass, London, 1967
Michel (Al.), Démocratie et Pauvreté, Ed. Quatre Monde, Paris, 1991
Mishra (R.), The Welfare State in capitalist society, Policies of Retrenchment and Maintenance in Europe, N. America and Australia, Harvester Wheatsheaf, N. York, 1990
Mommsen (W.J), Mock (W.) (Ed.), The emergence of the Welfare State in Britain and in Germany 1850-1950, Groom Helm 1998
Neuloh (O.) (ed.) Soziale Innovation und Soziales Konflikt, Vandenhoeck and Ruprecht, 1977
Offe (C.), Contradictions of the Welfare Society, Hutchinson, London, 1984
Radelet (M.), Mutualisme et Syndicalisme, Ruptures et convergences de l’Ancien Régime à nos jours, PUF, Paris, 1991
Rokkan (S.), S.N. Eisenstadt, Building States and Nations, Sage, Beverly Hills, 1974
Rosanvallon (P.) La nouvelle question sociale, Seuil, Paris, 1995
Sismonde de Sismondi (J.-C. L.) Etudes de l’Economie Politique, Paris, 1837
Thane (P.), Foundations of the Welfare State, Longman, London, N. York, 1982
Thuillier (G.), “ Les secours aux parents indigents des défenseurs de la patrie ” , Bulletin de l’histoire de la sécurité sociale, 17/1988
Tilly (Ch.), The formation of National States in Western Europe, Princeton Un. Press, Princeton, 1974
Villermé (L.R.) Tableau de l’état physique et moral des ouvriers employés dans les manufactures de soie, coton, laine, Paris, 1840
Ζacher (Η.), Αbhandlungen zu Sozialrecht, Μüller Verlag, Ηeidelberg. 1993
Αγαλλόπουλου Χ., Κοινωνικαί Ασφαλίσεις, Αθήναι, 1955.
Γλυκοφρύδη Η., “Τα κοινωνικά Δικαιώματα εις τα Ελληνικά Συντάγματα”, ΕΔΚΑ 1979.1.
Γράβαρη Δ., «Η έννοια της κοινωνικής πολιτικής στη νεοκλασική οικονομική θεωρία», in Διαστάσεις της κοινωνικής πολιτικής σήμερα, ΄Ιδρυμα Σ. Καράγιωργα, Αθήνα, 1993.
Κατρούγκαλου Γ., Το κοινωνικό κράτος της μεταβιομηχανικής εποχής, Α. Σάκκουλας, Αθήνα, 1998.
Κατρούγκαλος, Γ., Τα κοινωνικά δικαιώματα, Α. Σάκκουλας, Αθήνα, 2006.
Κρεμαλή Κ. (επιμ.), Απλοποίηση και συστηματοποίηση των κανόνων κοινωνικής προστασίας, Εκδόσεις ΕΠΙΚΑΥΠ/Α. Σάκκουλα, Αθήνα, 1997.
Μάνεση Αρ., «Η φιλελεύθερη και δημοκρατική ιδεολογία της Εθνικής Επανάστασής του 1821», Επίσημοι Λόγοι του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. 27ος, Αθήνα, 1987.
Μάνεση Αρ., Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1980.
Νικολόπουλου Η., Οι γαλλικές διακηρύξεις των δικαιωμάτων του 18ου αιώνα, Α. Σάκκουλας, Αθήνα, 1991.
Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009
Η γενεαλογία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο (σε Ν. Αλιπράντη (επιμ.) Τα κοινωνικά δικαιώματα σε υπερεθνικό επίπεδο ανά τον κόσμο, Παπαζήσης, Αθήνα, 2008, σ. 21-32)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου